βαθυκύμων

βᾰθῠ-κύμων [ῡ], ον, gen. ονος,
A deep in waves,

ὄχθαι Musae.189

; φωνή, of Oceanus, Nonn. D.23.320, cf. Antioch.Astr.in Cat.Cod.Astr.1.110.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθυκύμων — βαθυκύμων, ον (Α) με βαθιά, μεγάλα κύματα …   Dictionary of Greek

  • βαθυκύμονας — βαθυκύμων deep in waves masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυκύμονι — βαθυκύμων deep in waves dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυκύμονος — βαθυκύμων deep in waves gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς. Ο τ. χρησιμεύει ως α συνθετικό πολλών λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής και δηλώνει: 1. αυτόν που έχει βάθος πρβλ. βαθύκολπος, βαθύπεδος, βαθύρριζος αρχ. βαθυαγκής, βαθύγαιος, βαθυδινήεις, βαθυκύμων,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.